Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ήταν ένα ήσυχο φθινοπωρινό βράδυ . Η βροχή που είχε πέσει το απόγευμα είχε ποτίσει το χώμα , και αυτό έφερνε μια μυρωδιά χαρακτηριστική. Ο καιρός ήταν φθινοπωρινός , που εδώ ψηλά , στο χωριό που διαδραματίζεται αυτή η ιστορία ,σήμαινε αρκετή δροσιά . Τα νυχτολούλουδα είχαν ανοίξει και το άρωμα πλανιόταν στον αέρα. Ο ουρανός τώρα , μετά την βροχή , ήταν ξάστερος αλλά χωρίς φεγγάρι. Τα μόνα φώτα που υπήρχαν ήταν μέσα από κάποια παράθυρα στα λιγοστά σπίτια του χωριού και από κάτι παλιές , κίτρινες λάμπες δρόμου που μετά βίας φώτιζαν λίγα μέτρα δεξιά κ αριστερά από εκεί που βρίσκονταν.
Ένας από τους χωρικούς , ας πούμε ότι το όνομά του είναι Γιάννης , μόλις είχε αφήσει το καφενείο και κίνησε για το σπίτι του. Πάντα ήταν από τους πρώτους που έφευγαν από το καφενείο , γιατί το σπίτι του ήταν στην πιο μακρινή άκρη του χωριού , και η κυρά του μόνη της εκεί με τα δυο μικρά παιδιά τους , δεν μπορούσε να μένει μονάχη ως αργά. Όπως σχεδόν κάθε βράδυ λοιπόν , έτσι κ απόψε , μετά από μερικά ποτηράκια τσίπουρο , ο Γιάννης ξεκίνησε για το σπίτι με μόνη παρέα του το σκυλί του. Το πιστό του κυνηγόσκυλο που πάντα τον ακολουθούσε ως την πόρτα του καφενείου , κ όταν εκείνος έβγαινε , με ένα σφύριγμα εκείνο έτρεχε δίπλα του απ΄ όπου κ αν ήταν παρατώντας στη μέση του κυνήγι με τους αρουραίους του χωριού. Έτσι κ απόψε λοιπόν οι δυο τους έχουν πα΄ρει τον δρόμο του γυρισμού. Ο Γιάννης σιγοσφυρίζοντας και το σκυλί τρέχοντας πότε πλάι του πότε γύρω του, μυρίζοντας τον βραδινό αέρα.
Έχοντας βγει πια από τον κεντρικό δρόμο του χωριού και από το φως των φαναριών του δρόμου, οι δυο τους προχωρούν για το σπίτι τους που δεν απέχει πολύ πια. Πριν φτάσουν εκεί όμως , το σκυλί ξαφνικά σταματάει και το βλέμμα του καρφώνεται στην άκρη του μονοπατιού εκεί που αρχίζει το δάσος. Τίποτα δεν φαίνεται εκεί , όμως ο σκύλος γρυλίζει σιγανά έχοντας τεντώσει όρθια τα αυτιά του. ‘’-Τι είναι αγόρι μου?’’ ρωτάει ο Γιάννης κοιτώντας μια τον σκύλο του και μια τη σκοτεινή συστάδα των δέντρων. Τίποτα δεν βλέπει όμως παρόλα αυτά αντριχιάζει κ αυτός. Με το βλέμμα καρφωμένο στα δέντρα τεντώνει το χέρι του και πιάνει το κολάρο του σκύλου. ‘’-Έλα αγόρι μου’’ του λέει και το τραβάει από το κολάρο.
Πριν κάνει όμως δυο βήματα το σκυλί κοκκαλώνει ξανά και γρυλίζει φοβισμένα αυτή τη φορά κοιτώντας σε άλλο σημείο ανάμεσα στα δέντρα , προς τη μεριά της λίμνης και του μικρού γεφυριού που τη διασχίζει. Ο Γιάννης σταματάει κ αυτός και αφουγκράζεται. Δεν ακούει όμως τίποτα ούτε και βλέπει κάτι. Σκέφτεται λοιπόν φοβισμένος να προχωρήσει μιας και το σπίτι του δεν απέχει μακριά. Δεν προλαβαίνει όμως να ξεκινήσει και ο αέρας φέρνει στα αυτιά του μια λέξη σαν ηχώ που ακούγεται ξανά και ξανά μέσα από τα δέντρα. Κάποιος σαν να ψιθύριζε το όνομά του. Το αίμα του πάγωσε και κοκκάλωσε στη θέση του. Σκέφτηκε πως ίσως το φαντάζεται πως ίσως είναι μόνο ο άνεμος. Από τις σκέψεις του τον έβγαλε τον λυπημένο κλαψούρισμα του σκύλου του. Κοίταξε τον σκύλο και είδε πως κ αυτός κοίταγε ακόμα στα δέντρα με τα αυτιά του τεντωμένα. Έστησε αυτί και πάλι άκουσε κάποιον να φωνάζει δυνατότερα τώρα το όνομά του. Μια φωνή γυναικεία και μελωδική όμως ταυτόχρονα και παγωμένη , με κάτι υπόκοσμο να υπάρχει σ αυτήν.
Άφησε να βγει από μέσα του μια ανάσα και τότε συνειδητοποίησε πως τόση ώρα κρατούσε την αναπνοή του. Παίρνοντας μερικές ακόμα ανάσες και μην ακούγοντας τίποτα άλλο θύμισε στον εαυτό του πως έπρεπε να προχωρήσει. Έπιασε σφιχτά τον σκύλο από το κολάρο και σαν να βγήκε από λήθαργο ξεκίνησε με γοργό βήμα να προχωράει. Μες στο σκοτάδι , δεν ξανάκουσε τίποτα όμως είχε συνέχεια την αίσθηση ότι κάποιος ή ίσως κάτι , τον ακολουθούσε κατά πόδας. Δεν τόλμαγε όμως να γυρίσει φοβούμενος για το τι θα αντίκριζε.
Φτάνοντας στο σπίτι του κ αφού διπλοκλείδωσε τις πόρτες , διηγήθηκε στην γυναίκα του το τι συνέβη, εκείνη όμως είπε πως ήταν απλά ο αέρας και τα τσίπουρα από το καφενείο που τον έκαναν να φαντάζεται διάφορα . Αυτός όμως δεν πείστηκε.
Τις επόμενες μέρες ο Γιάννης διηγήθηκε το περιστατικό αυτό στο καφενείο αλλά κανείς δεν είχε ικανοποιητική απάντηση . Πολλοί συμφώνησαν με την γυναίκα του πως έφταιγαν τα τσίπουρα αλλά ο Γιάννης ήξερε τι είχε ακούσει. Και επιπλέον κανείς δε μπορούσε να εξηγήσει την συμπεριφορά του σκύλου.
Μερικές βδομάδες πέρασαν , βδομάδες που η φθινοπωρινή βροχή και το ολοένα και αυξανόμενο κρύο ήταν καθημερινό φαινόμενο στο χωριό , κι όλοι ασχολούνταν με τις ετοιμασίες και το κόψιμο των ξύλων για τον χειμώνα που ερχόταν. Μέχρι κ ο Γιάννης που είχε ξεχάσει το γεγονός εκείνης της νύχτας.
Το είχε ξεχάσει μέχρι το σημερινό απόγευμα όμως. Γιατί σήμερα τα απόγευμα ένας χωριανός έκανε μια φρικιαστική ανακάλυψη. Το πτώμα ενός συγχωριανού τους. Και ήταν τρομερό. Το πρόσωπο και τα χέρια του ήταν κάτασπρα σαν το χιόνι και τα μάτια του ορθάνοιχτα σε μια έκφραση απόλυτου τρόμου. Δεν είχε κανένα άλλο σημάδι πέρα από δύο μελανιές δεξιά και αριστερά στο λαιμό του.
Παλιές ιστορίες άρχισαν τότε να κάνουν ξανά την εμφάνιση τους στις συζητήσεις των χωριανών. Ιστορίες που άκουγαν από τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους , τόσο ξεχασμένες που θεωρούνταν παραμύθια. Ιστορίες για λάμιες και νεράιδες και ξωτικά . Ιστορίες για φωνές που ακούς την νύχτα να φωνάζουν το όνομά σου και βήματα που σε ακολουθούν ενώ δε θα έπρεπε να είναι κανένας εκεί. Ιστορίες για την ξεχασμένη πια γριά εκείνη που κανείς δε θυμόταν το όνομά της όμως όλοι είχαν ακούσει από τους παππούδες τους ότι είχε πνιγεί στη λίμνη. Ένα βράδυ φθινοπώρου , μετά από πολύ βροχή , γλιστρώντας στο μικρό γεφυράκι που διασχίζει τη λίμνη. Χτυπώντας σε μια πέτρα το κεφάλι καθώς έπεφτε ανήμπορη να σηκωθεί πνίγηκε στη λίμνη. Πνίγηκε φωνάζοντας ονόματα συγχωριανών της μήπως και πέρναγε κανένας μήπως και κανένας άκουγε τις φωνές της για βοήθεια που σιγά σιγά γίνονταν ολοένα και πιο αδύναμες. Κ όταν πια έβγαλαν το σώμα της από τη λίμνη , αυτό ήταν άσπρο , κάτασπρο , με μόνο σημάδι δύο μελανιές δεξιά κ αριστερά στο λαιμό. Από την πτώση είπαν , όμως ποιος ξέρει…
Λέγεται ότι σε αυτή την περιοχή και στα γύρω χωριά , κάθε φθινόπωρο , ένα βράδυ μετά από πολύ βροχή , αν περπατάς κοντά στο δάσος , ο αέρας θα φέρει στα αυτιά σου μια φωνή που θα λέει το όνομά σου. Μην κάνεις το λάθος και απαντήσεις. Σκύψε το κεφάλι , κάνε τον σταυρό σου και άνοιξε το βήμα σου. Και σε καμία περίπτωση , καμία όμως , μην κοιτάξεις πίσω σου ακόμα κ αν είσαι σίγουρος πως κάποιος σ ακολουθεί. Και τελευταία συμβουλή , συμβουλή αληθινή , που μια χαμένη πλέον φίλη έδωσε και σε μένα ένα βράδυ, ποτέ μα ποτέ μην περάσεις γεφύρι την νύχτα. Γιατί? Ρώτησα κ η απάντηση που πήρα ήταν πως οι λάμιες κ οι νεράιδες είναι από κάτω. Θα φωνάξουν τα όνομά σου κ αν ξεχαστείς και κάνεις πως κοιτάς θα σε τραβήξουν κάτω , βαθιά μέσα στη λίμνη. Δε ξέρω αν εγώ έπεισα εσάς αλλά προσωπικά δε θα ήθελα να μάθω αν ισχύει…

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΛΙΚΑ ΒΑΜΠΙΡ?

Θυμάμαι αρκετά καλά εκείνη τη νύχτα.Καθόμουν με τα ξαδέρφια μου έξω από την εκκλησία του χωριού.Ξαφνικά κάποιος από μακριά άρχισε να φωνάζει το όνομα μου.
Στην αρχή φαντάστηκα ότι θα ήταν οι γονείς μου ή κανένας γνωστός.
Εκείνη τη νύχτα άκουσα το όνομα μου άλλες δύο φορές!Το επόμενο πρωί ρώτησα αν κάποιος με είχε φωνάξει εχτές.Με κοιτούσαν σα να είμουν παλαβός.
Από εκείνη τη στιγμή διαπίστωσα οτι ένα από τα ξαδέρφια μου άρχισε να φέρεται παράξενα,μου έλεγε να μη βγαίνω το βράδυ να μην απαντώ στο κάλεσμα του ονόματος μου και ότι τα έλεγε από ενδιαφέρον.
Τις επόμενες μέρες το πίεσα να μου πει τι συνέβαινε και έτσι έκανε.
Με τρόμο μου αποκάλυψε ότι το χωριό από παλιά περιβάλεται από μύθους βρυκολάκων!!!!Και ότι πιάνουν τα θύματα τους φωνάζοντας το όνομα τους.Εκείνο το βράδυ έμεινα μέσα.
Κατάλαβα ότι έλεγε αλήθεια όταν σηκωθηκα το βράδυ για να πιω νερό και είδα μια σκιά με καρφωμένα δυο,σαν διαμάντια μάτια πάνω μου!!!!!!
Από εκείνη τη μέρα άρχισα να πιστεύω στα βαμπίρ.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΜΑΙ ΚΟYΡΑΣΜΕΝΟΣ ΣΑΣ ΛΕΩ ΤΩΡΑ ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΕ ΜΙΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ...

Ιανουάριος 1949. Στην περιοχή του Mont Rainier, στο Mairyland, ζεί μια οικογένεια που απαρτίζεται από τον πατέρα, την μητέρα, τη γιαγιά, το νεαρό γιο τους, και μια θεία, η οποία, αν και δε μένει ακριβώς εκεί, περνά πολύ καιρό από τη ζωή της στο σπίτι αυτό, μιας και διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με όλους και κυρίως με τον ανιψιό της. Η θεία αυτοαποκαλείται μέντιουμ και περνά την ώρα της "παίζοντας" Ουίζα, και μυώντας και τον ανιψιό της σ' αυτήν την πρακτική. Η Ουίζα είναι μια θεωρητικά απλή αλλά ουσιαστικά πολύ επικίνδυνη πρακτική που επιτρέπει μέσω ενός πλακέ χαρτονιού ή ξύλου, όπου βρίσκονται τα γράμματα της αλφαβήτου καθώς και κάποια άλλα σύμβολα, να έρθεις σε επαφή με τον άυλο κόσμο των νεκρών. Στην Παλαιά μάλιστα Διαθήκη, η πρακτική αυτή τιμωρούνταν με θάνατο διότι επέτρεπε την επίκληση και τον ερχομό ενός δαίμονα στον κόσμο μας.
Κατά τη διάρκεια αυτών των "παιχνιδιών", παράξενα πράγματα άρχισαν να εκδηλώνονται στο σπίτι, όπως θόρυβοι που δεν υπήρχε λόγος να υπάρχουν, γδαρσίματα στους τοίχους... Έπειτα, οι θόρυβοι έγιναν πιο έντονοι κι' επίμονοι, συνεχίζονταν μάλιστα και κατά τη διάρκεια ατέλειωτων βραδιών. Αντικείμενα άρχισαν να μετακινούνται μόνα τους, φρούτα εκσφενδονίζονταν από τη μια άκρη του δωματίου στην άλλη, το τραπέζι στριφογύριζε... Στο δωμάτιο του παιδιού τα πρωινά διαπίστωναν έντρομοι ίχνη άγριων γραντζουνιών στο στρώμα του.
Στις 26 Ιανουαρίου, η θεία πεθαίνει. Ο νεαρός που ήταν δεμένος μαζί της δεν μπορεί να το ξεπεράσει και ψάχνοντας για κάποια διέξοδο, στρέφεται προς την Ουίζα, με την ελπίδα να έρθει σε επαφή μαζί της.

Αρχίζει να αλλάζει. Κλείνεται στον εαυτό του, ενώ οι νύχτες του στοιχειώνονται από εφιάλτες. Η οικογένεια δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει, η κατάσταση έχει ξεφύγει από οποιοδήποτε όριο. Θα στραφούν προς την Εκκλησία ελπίζοντας να βρουν εκεί μια απάντηση. Εκεί θα τους υποδεχθεί ο πάτερ Schuss.

Ο ιερέας γνωρίζει πολύ καλά τον δόκτωρα Rhein, γιατρό παραψυχολόγο. Σε μια αλληλογραφία που αντάλλαξαν διαβάζουμε: " Τη νύχτα της 17ης προς 18ης Φεβρουαρίου, πήρα το παιδί μαζί μου για τη νύχτα, για να διαπιστώσω από μόνος μου τα φαινόμενα που μου είχαν αναφέρει. Το παιδί αποκοιμήθηκε σε μια πολυθρόνα, κι 'έπειτα από λίγο γλίστρησε σιγά-σιγά κι' ακούμπησε στο πάτωμα. Το πήρα και το έβαλα στο κρεβάτι, το οποίο άρχισε να δονείται, το στρώμα βρέθηκε στο πάτωμα, και γλίστρησε κυριολεκτικά κάτω από το κρεβάτι..."

Πήγαν το παιδί σε ψυχιατρική κλινική υπό την επίβλεψη του δόκτωρα Mablerose, έκλεισαν τρία ραντεβού για να το εξετάσουν, πήγαν στα δύο, όχι όμως και στο τρίτο, από φόβο μην το κλείσουν μέσα, μιας και την εποχή εκείνη, το να σε κλείσουν σε ψυχιατρικό άσυλο ήταν αντίστοιχο με το να σε κλείσουν σε φυλακή καταδίκων.


Ο ιερέας θα τους προτείνει τη δική του εξήγηση: το παιδί πρέπει να είναι δαιμονισμένο. Θα πάρει την οικογένεια και θα πάνε στην εκκλησία Saint James, όπου τους περιμένει ο νεαρός πάτερ A. Hugues. Όταν ο ιερέας συναντάται με το παιδί, το παιδί εκστομίζει ακατονόμαστες βρισιές, το τηλέφωνο του ιερέα στο γραφείο του αρχίζει να κινείται από μόνο του, στο δωμάτιο πέφτει απότομα η θερμοκρασία σε σημείο ψύχους. Τρομοκρατημένος, ο ιερέας συμπεραίνει πως πρόκειται πράγματι περί δαιμονισμού που επιβάλει εξορκισμό. Όμως δεν τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις που έχει θεσπίσει η Εκκλησία για να πραγματοποιηθεί ο εξορκισμός, και πέρα απ' αυτό, ο ιερέας είναι νέος, χωρίς πείρα στους εξορκισμούς...

Ωστόσο, ο πάτερ Hugues θα κάνει όλες τις απαραίτητες προετοιμασίες για τον εξορκισμό ενώ θα οδηγήσει το παιδί στο νοσοκομείο της Georgetown όπου θα λάβει χώρα ο εξορκισμός. Όλα είναι έτοιμα.
Το παιδί, δεμένο σφιχτά στο κρεβάτι με δερμάτινα λουριά, χτυπιέται ξέφρενο προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πάτερ Hugues ξεκινά τον εξορκισμό... Όσο η διαδικασία προχωρά, τόσο πιο βίαιο γίνεται το παιδί, εκστομίζοντας ακατάπαυστα αισχρολογίες και βλασφημίες. Ο ιερέας δεν αφήνει τον εαυτό του να παρασυρθεί από αυτά που ακούει και συνεχίζει τον εξορκισμό, αλλά σε κάποια στιγμή χαλάρωσης, το παιδί καταφέρνει να βγάλει ένα από τα λουριά, βγάζει από το κρεβάτι μια σούστα και σκίζει μ' αυτή το χέρι του ιερέα, από τον ώμο ως τον καρπό. Μετά από αυτή την πρώτη προσπάθεια εξορκισμού, ο ιερέας καταλαβαίνει ότι έχει να κάνει με τον ίδιο το Διάβολο. Παραδέχεται ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα και σταματά. Μόλις περνά η κρίση, το παιδί επιστρέφει με τους γονείς του στο σπίτι.

Την άλλη μέρα το πρωί, η λέξη "Louis" εμφανίστηκε στο στήθος του, χαραγμένη στο δέρμα με νύχια ή κάποιο άλλο αιχμηρό αντικείμενο. Οι γονείς κοντεύουν να τρελαθούν και, καθώς οι ίδιοι κατάγονται από την πόλη Saint Louis, πηγαίνουν στο σπίτι του θείου του παιδιού, ο οποίος μένει σ' αυτήν την πόλη. Παρά αυτή τους τη μετακίνηση, τίποτα δεν αλλάζει. Τα φαινόμενα εξακολουθούν να επιμένουν. Η κόρη αυτού του θείου, πηγαίνει στην εκκλησία του Αγίου Francois Xavier για να μιλήσει στους ιερείς για εκείνα που είδε να συμβαίνουν στο σπίτι της. Εκεί θα μιλήσει στον πατέρα Bishop, ο οποίος, συνοδευόμενος από το πατέρα Bowdern πηγαίνουν στο σπίτι να συναντήσουν τους δυστυχείς γονείς. Μόλις το παιδί τους βλέπει αρχίζει να κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις, βρίζει και δείχνει να αηδιάζει στην όψη και μόνο των ιερέων αλλά και κάθε θρησκευτικού συμβόλου που φέρουν πάνω τους.

Δεν ξέρω αν είχατε το κουράγιο να το διαβάσετε αλλά πάντως εγώ μόλις το διάβασα ανατρίχιασα!!!!!ΜΠΡΡΡΡΡΡΡ!!!!!!!!!!
έχει κι άλλο για τη συνέχεια μπείτε www.supernatural.gr/files_exorciste.htm
ΜΠΟΥ!!! ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ!!!